Παρασκευή 18/09 Ένθετο: «Κινηματογράφος Απόλλων» Μία επιστολή προς τους διοργανωτές του A.I.F.F. 2009 (όπως εστάλη κι επισήμως) by Crusader of Melnibone Απορώ πώς μία διοργάνωση σαν τις Νύχτες Πρεμιέρας, από το περιοδικό Σινεμά, με το κύρος και prestige που έχει κερδίσει με τα χρόνια, συνεχίζει να επιλέγει ανάμεσα στους κύριους κινηματογράφους της το «Απόλλων». Μία αίθουσα, που μόνο τις ξεχασμένες απομακρυσμένες αίθουσες του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης μου θυμίζει, με μικρή οθόνη εν αντιθέσει με τα πολλά της καθίσματα, δύο μπροστινά ηχεία σε λειτουργία, και όλα τα υπόλοιπα διακοσμητικά. Όταν δε, κατά τη διάρκεια της προβολής τρεμοπαίζει το πίσω δεξιά ηχείο όποτε το θυμηθεί, και την υπόλοιπη ώρα κάνει παράσιτα, μην απορείτε εσείς με τη σειρά σας αν ο κάθε νέος επιλέξει να δει την ταινία του μπροστά από τον υπολογιστή του, που σαφέστατα θα έχει καλύτερη οπτικοακουστική, αντί να προτιμήσει το φεστιβάλ. Και τώρα μπορεί να μην σας πολυκαίει το παραπονάκι, αλλά όταν με τον καιρό ούτε το κύρος και η διαφήμισή σας θα φτάνει για να γεμίσει τις αίθουσες, ίσως πρέπει να αναθεωρήσετε από τώρα, πριν είναι αργά: οι επιλογές των ταινιών είναι μόλις η μισή επιτυχία – η άλλη μισή είναι ο σωστός τρόπος προβολής τους, σε δύσκολους καιρούς σαν κι αυτούς, για να φέρουμε τον κόσμο πίσω στους κινηματογράφους.![]() Κινηματογράφος "Απόλλων" Μίλησα για νέους, θα με ρωτήσετε γιατί μόνο γι’ αυτούς; Εδώ έρχεται το δεύτερο λάθος σας, αγαπητοί διοργανωτές. Για πολλές συνεχόμενες χρονιές, όπως και φέτος, όλες οι νεανικές ταινίες, μουσικά ντοκιμαντέρ, cult κινηματογράφος, ταινίες τρόμου, splatter, παραγκωνίζονται στο «Απόλλων», ενώ αυτές ακριβώς είναι που χρειάζονται το οπτικοακουστικό – και φυλάτε το «Αττικόν» για δράματα ή ταινίες που δεν έχουν μεγάλες τεχνικές απαιτήσεις. Γιατί; Γιατί να στέλνουμε τον κάφρο νεανία και cultist, αυτόν ακριβώς που ‘απαιτεί’ την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, συνεχώς στο ‘υποανάπτυκτο υπόγειο’ – και τον πρωτοκλασάτο Ελληναρά στο «Θέατρο»; Είναι τεράστιο κρίμα, όλες οι ταινίες που ομάδες σαν κι εμάς θέλουν να απολαύσουν όπως τους αξίζει, κοιτώντας το πρόγραμμα, να τις βρίσκουν, σε συντριπτική πλειοψηφία κι επί μονίμου βάσεως, σε προβολή του «Απόλλων». Μα, τις μουσικού περιεχομένου ταινίες στην αίθουσα με τον χειρότερο ήχο; Πόσο πιο οξύμωρο μπορεί να γίνει; Εγώ, όπως και φαντάζομαι πολλοί ακόμα συντάκτες ή απλοί θεατές, θα φυλάξω τα υπολειπόμενά μου εισιτήρια για το «Δαναό», που τουλάχιστον σε θέμα τεχνικών δυνατοτήτων ανέρχεται στα στάνταρ που ένα φεστιβάλ σαν και το δικό σας θα έπρεπε να έχει. Nothing Personal [Rien De Personnel] (2009) Director: Mathias Gokalp Genre: Drama(?), Comedy(?) Country:
by Maiya
Μία φαρμακευτική εταιρεία διοργανώνει ένα κοκτέιλ-πάρτυ στο οποίο είναι προσκεκλημένοι όλοι οι υπάλληλοι της. Αν και φαινομενικά το γεγονός δεν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση στην ουσία είναι αφορμή για μία μαζική εξέταση δεξιοτήτων και ικανοτήτων των υπαλλήλων ως προς τον τομέα που ειδικεύεται ο καθένας. Η ένταση αρχίζει να δημιουργείται όταν αρχίζουν να διαδίδονται φήμες για εξαγορά της εταιρείας και αρκετές απολύσεις οπότε ο καθένας με τον δικό του τρόπο αρχίζει να αγχώνεται για το δικό του τομάρι.Να σας πω την αλήθεια εγώ προσωπικά δεν κατάλαβα γιατί υπάρχει αυτή η ταινία εξαρχής. Γιατί αν δεν σκόπευε να βγάλει κάποιο νόημα τότε οκ, πάω πάσο. Επίσης αν σκόπευε να παρουσιάσει με τυχαία σειρά κάποια τυχαία προβλήματα που αντιμετωπίζουν κάποιοι τυχαίοι άνθρωποι που έτυχε να βρεθούν στον ίδιο χώρο τότε πάλι οκ, εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό. Αλλά όταν ενημερώνομαι ότι ο δημιουργός ήθελε να στοχεύσει σε πολύ συγκεκριμένα σημεία μιας πιθανής πραγματικότητας τότε οφείλω να διατυπώσω τις ενστάσεις μου. Παρακολούθησα μία συγκεκριμένη πλοκή μέσα από τα μάτια τουλάχιστον 5 διαφορετικών χαρακτήρων. Ναι δε λέω ενδιαφέρον τρόπος εξιστόρησης αλλά το πράγμα γίνεται κουραστικό όταν βλέπεις να ξεδιπλώνονται τα 3/4 του σεναρίου σε επανάληψη μπροστά σου χωρίς να σου προσφέρει κάτι ουσιαστικό η υποτιθέμενη διαφορετική οπτική της κατάστασης από τους εκάστοτε χαρακτήρες. Πόσο μάλλον όταν το σενάριο φαίνεται να προχωράει κάπως -αφού ο δημιουργός σιγουρεύτηκε ότι το εμπέδωσες με τη μέθοδο αυτή- και συνειδητοποιείς ότι έκανες λάθος. Δεν εξελίχτηκε το σενάριο αλλά τελειώνει σιγά σιγά η ταινία. Δηλαδή με λίγα λόγια αυτό που θα δείτε - εάν το αποφασίσετε να το φάτε στη μάπα- θα είναι κάποιους ήρωες της ταινίας να σας "αφηγούνται" μέσα από τα μάτια τους το ξεπούλημα της εταιρείας που εργάζονται με τα διαφορετικά effects που έχει το συγκεκριμένο γεγονός επάνω στον χαρακτήρα του καθένα, με ένα plus κάποια ενδοεταιρικά κουτσομπολιά. Οι ηθοποιοί και οι ερμηνείες τους παντελώς αδιάφορες, το setting μία μουντή αίθουσα συνεστιάσεων και το αποκορύφωμα της ταινίας το μεγάλο αφεντικό να τραγουδάει σόλο φάλτσα. Και κάτι τελευταίο: σας είπα ότι οι Γάλλοι έχουν εντελώς διαστρεβλωμένη αίσθηση του χιούμορ? Προσωπικά σας ενθαρρύνω να μην τη δείτε. Rating: 3/10
Suicide Club [Jisatsu Sâkuru] (2001) Director: Shion Sono Genre: Horror, Mystery Country:
by Crusader of Melnibone
Έπειτα από τρία ολόκληρα χρόνια πιάνω ξανά ‘πένα’ στα κινηματογραφικά δρώμενα του φεστιβάλ (η γενική αρθρογραφία δε μετράει ;p) και ξαναμπαίνω σε αίθουσα σαν συντάκτης εμπειριών και φιλοσοφικού παραληρήματος. Ο Shion Sono με τιμά, χωρίς να το γνωρίζει, και τον τιμώ κι εγώ, στο πιο κλασικό του δημιούργημα, το Suicide Club (ή Suicide Circle κατ’ άλλους). Κι επειδή πήρε πρέφα ποιος είμαι, αυτοκτονάει 54 μαθητριούλες από το πρώτο λεπτό στις ράγες του ιαπωνικού μετρό και βάφει ολόκληρο το σταθμό στο κόκκινο με χαρούμενες μουσικές νότες. Ένα κύμα αυτοκτονιών προμηνύεται και ένας ντετέκτιβ, μεταξύ άλλων, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει τα μυστήρια συμβάντα.Ο Sono γράφει και σκηνοθετεί, σαν ένας Takashi Miike με πολύ πιο συγκροτημένη θεματολογία, και πλασάρει μια σοβαρή εθνική απειλή μέσα από ξαφνικές, σύντομες σκηνές splatter, φροντίζοντας να τις σατιρίσει με τραγουδάκια και κατάλληλο μοντάζ. Αυτό όμως που καταφέρνει ταυτόχρονα είναι και ακριβώς το ανάποδο. Μπορεί δηλαδή να θυσιάζει το μεγάλο μέρος της ατμόσφαιρας έτσι, ίσως, σαν ένας αντίστοιχος Romero, για να προβληματίσει - και προβληματίζει. Σωρεία ηθοποιών μπροστά από τις οθόνες, μερικές φορές κάνουν τον θεατή να πιστεύει ότι υπάρχουν μόνο για να δοκιμαστούν εναλλακτικοί τρόποι αυτοτραυματισμού – και πράγματι, πολλές side-stories μένουν ατελείς, στο, έτσι κι αλλιώς, μη γραμμικό σενάριο. Τα διαλείμματα που κάνει ο Sono με τους διεστραμμένους χαρακτήρες του, αν και σεναριακώς αχρείαστα, προσφέρουν ξεκαρδιστική και ταυτόχρονα σοκαριστική απόλαυση, σε σύγκριση με τις απόπειρες ψυχολογικού σασπένς που δεν ‘πιάνουν’ εδώ. Όλοι είναι αναλώσιμοι μπροστά στην ουσιαστική αλήθεια. Έτσι δεν κάνουμε προβλέψεις, τα πάντα μπορούν να συμβούν, μέχρι να ξετυλιχθεί το νήμα. Αλλά ακόμα και τότε, έχουμε κουβαριάσει τόσο πολύ το μυαλό μας που αδυνατεί να δεχτεί την πιο απλή αλήθεια-εξήγηση. Μία ταινία χωρίς ουσιαστικό τέλος, από την Ιαπωνία για την Ιαπωνία, με έντονες αιχμές πάνω στην pop culture και τον τρόπο ζωής της νεολαίας και σίγουρα μία από τις πιο αντιπροσωπευτικές αιρετικές ταινίες της δεκαετίας για την ιαπωνική κουλτούρα και όχι μόνο. Rating: 7,3/10
Dead Snow [Død Snø] (2009) Director: Tommy Wirkola Genre: Horror, Comedy Country:
by Vincent
Θριλεράκι από τη Νορβηγία. Κλασική παρέα φοιτητών πάει για διακοπές σε μία μοναχική καλύβα σε ένα χιονισμένο βουνό και όλως τυχαίως εκεί δεν πιάνουν τα κινητά και το κοντινότερο χωριό είναι πολύ μακριά. Χωρίς πολλά εισαγωγικά ο σκηνοθέτης μπαίνει γρήγορα στο ψητό με τους ζομποναζί να ξυπνούν και να αρχίζουν κατευθείαν το ξεκοίλιασμα. Μπόλικο αίμα, πολύ καφρίλα, έξυπνα αστειάκια, σινεφίλ αναφορές και ωραίο μακιγιάζ συνθέτουν το παζλ και περνάει πολύ ευχάριστα η ώρα. Το αίμα «γράφει» ωραία στο χιονισμένο τοπίο κι εγώ προσωπικά ευχαριστήθηκα όλες τις καφρίλες με τα κομμένα χέρια–πόδια αλλά και τα διαμελισμένα κρανία. Ο Νορβηγός σκηνοθέτης έχει μελετήσει καλά τους μεγάλους άρχοντες του horror και κάνει αρκετά καλή προσπάθεια. Ερμηνείες και βαθιά νοήματα δεν χωρούν στην καφρίλα και πολύ καλά κάνουν. Με μπύρα, πατατάκια και καλή παρέα που γουστάρει το είδος δεν θα μετανιώσετε αν επιλέξετε το Dead Snow. Το φεστιβάλ συνεχίζεται και μας περιμένουν πολλές ακόμα παρόμοιες ταινίες.Rating: 6,5/10 ΥΓ: Για άλλη μία φορά παρατήρησα ότι το Κακό δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές παραγωγές. Περιμένω με αγωνία το δεύτερο μέρος που θα προβληθεί σε λίγες μέρες στις νύχτες πρεμιέρας. by Crusader of Melnibone
Θυμάστε πριν τρία χρονάκια το Θα Σου Κόψω Το Κεφάλι (Severance) που παρεπιπτόντως είχαμε καραδιασκεδάσει εμείς στην Cult; Ε, φανταστείτε τον ίδιο χαβαλέ, με τόνους περισσότερο αίμα, περισσότερες φιλμικές αναφορές και τραγελαφικές καταστάσεις που κάνουν τους χαρακτήρες ακόμη πιο συμπαθείς! Το νορβηγικό Dead Snow, μπορεί να ‘νοικιάζει’ τη μόδα των nazi zombies από το απραγματοποίητο project του Ολλανδού Raaphorst, ή ακόμα και από το μετριότατο αγγλικό Outpost, όμως με έξυπνες απανωτές χιουμοριστικές σεκάνς, κυριολεκτικούς απέθαντους-δρομείς και εκπληκτικό μακιγιάζ σε παρασύρει όσο λίγες ταινίες του είδους. Η σοβαροφανής του προσέγγιση στο ξεκίνημα μου έριξε τις προσδοκίες, αλλά από τη στιγμή που τα μέτωπα ξεκαθαρίστηκαν και άρχισε το πραγματικό μακελειό, φάνηκε η τρομερή έμπνευση των δημιουργών του. Όσοι έχετε στήσει λάβαρα στη διασταύρωση Sam (oldskool) Raimi-Neil Marshall, θα ξετρελαθείτε - κι εγώ θα ‘μαι μαζί σας!Rating: 7,5/10
|




News






Affiliates

Απορώ πώς μία διοργάνωση σαν τις Νύχτες Πρεμιέρας, από το περιοδικό Σινεμά, με το κύρος και prestige που έχει κερδίσει με τα χρόνια, συνεχίζει να επιλέγει ανάμεσα στους κύριους κινηματογράφους της το «Απόλλων». Μία αίθουσα, που μόνο τις ξεχασμένες απομακρυσμένες αίθουσες του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης μου θυμίζει, με μικρή οθόνη εν αντιθέσει με τα πολλά της καθίσματα, δύο μπροστινά ηχεία σε λειτουργία, και όλα τα υπόλοιπα διακοσμητικά. Όταν δε, κατά τη διάρκεια της προβολής τρεμοπαίζει το πίσω δεξιά ηχείο όποτε το θυμηθεί, και την υπόλοιπη ώρα κάνει παράσιτα, μην απορείτε εσείς με τη σειρά σας αν ο κάθε νέος επιλέξει να δει την ταινία του μπροστά από τον υπολογιστή του, που σαφέστατα θα έχει καλύτερη οπτικοακουστική, αντί να προτιμήσει το φεστιβάλ. Και τώρα μπορεί να μην σας πολυκαίει το παραπονάκι, αλλά όταν με τον καιρό ούτε το κύρος και η διαφήμισή σας θα φτάνει για να γεμίσει τις αίθουσες, ίσως πρέπει να αναθεωρήσετε από τώρα, πριν είναι αργά: οι επιλογές των ταινιών είναι μόλις η μισή επιτυχία – η άλλη μισή είναι ο σωστός τρόπος προβολής τους, σε δύσκολους καιρούς σαν κι αυτούς, για να φέρουμε τον κόσμο πίσω στους κινηματογράφους.
























